Υπήρξαν σχεδιαστές που δημιούργησαν απλά όμορφα ρούχα, σχεδιαστές που καθόρισαν τάσεις και σχεδιαστές που κατάφεραν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη μόδα.

Ο Alexander McQueen ανήκει αναμφισβήτητα στην τρίτη κατηγορία. Για εκείνον, η μόδα δεν ήταν απλώς ύφασμα, γραμμές, χρώματα και ραφές. Ήταν ένας τρόπος έκφρασης, ένα μέσο για να μιλήσει για την ομορφιά, τον φόβο, τη δύναμη, τη φύση, τον θάνατο, την ιστορία και την ανθρώπινη ψυχολογία.

Πίσω από το όνομα Alexander McQueen κρυβόταν ο Lee Alexander McQueen, ένα παιδί από το Λονδίνο που μεγάλωσε σε μια οικογένεια χωρίς ιδιαίτερη σχέση με τον κόσμο της υψηλής ραπτικής.

Γεννήθηκε στις 17 Μαρτίου 1969 και από μικρός άρχισε να δείχνει την έλξη του προς τα ρούχα και τη δημιουργία. Η πορεία που θα ακολουθούσε, ωστόσο, δεν έμοιαζε καθόλου με μια συμβατική επαγγελματική διαδρομή.

pinterest

Σε ηλικία μόλις 16 ετών εγκατέλειψε το σχολείο και βρέθηκε στο Savile Row, την περίφημη περιοχή του Λονδίνου που είχε συνδεθεί με την παράδοση της ανδρικής ραπτικής. Εκεί εργάστηκε στους οίκους Anderson & Sheppard και Gieves & Hawkes, αποκτώντας μια εξαιρετικά σημαντική εμπειρία στην κατασκευή και την εφαρμογή των ρούχων. Αργότερα εργάστηκε και στο θέατρο, ενώ πέρασε για ένα διάστημα και από το Μιλάνο, όπου συνεργάστηκε με τον Ιταλό σχεδιαστή Romeo Gigli.

Η τεχνική κατάρτιση που απέκτησε εκείνα τα χρόνια θα αποτελούσε αργότερα ένα από τα μεγαλύτερα όπλα του. Ο McQueen μπορούσε να δημιουργεί εντυπωσιακές εικόνες, όμως πίσω από την πρωτοπορία του υπήρχε βαθιά γνώση της ίδιας της τέχνης της ραπτικής.

Η επόμενη μεγάλη αλλαγή στη ζωή του ήρθε όταν έγινε δεκτός στο Central Saint Martins του Λονδίνου. Εκεί παρουσίασε το 1992 τη μεταπτυχιακή του συλλογή και τράβηξε αμέσως την προσοχή της fashion editor και συλλέκτριας Isabella Blow. Εκείνη αναγνώρισε το ιδιαίτερο ταλέντο του και αγόρασε ολόκληρη τη συλλογή του. Η σχέση τους εξελίχθηκε σε μια σημαντική φιλία και η Blow υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που πίστεψαν περισσότερο στις δυνατότητές του.

Tony Palmieri/Penske Media/REX/Shutterstock

Από εκεί και πέρα, το όνομα McQueen άρχισε να αποκτά ολοένα μεγαλύτερη δύναμη στη βρετανική μόδα. Οι συλλογές του δεν περνούσαν απαρατήρητες. Ήταν συχνά σκοτεινές, προκλητικές και θεατρικές, ενώ πολλές φορές έμοιαζαν περισσότερο με καλλιτεχνικές παραστάσεις παρά με συνηθισμένες επιδείξεις μόδας. Ο σχεδιαστής δεν ενδιαφερόταν να δημιουργήσει ρούχα που απλώς θα άρεσαν σε όλους. Ήθελε να προκαλεί συναίσθημα. Να δημιουργεί ένταση. Να κάνει το κοινό να αισθάνεται κάτι, ακόμη κι αν αυτό το συναίσθημα ήταν δυσφορία ή έκπληξη.

Η επιτυχία του στη Βρετανία τον οδήγησε τελικά στο Παρίσι, όπου το 1996 ανέλαβε τη θέση του creative director στον ιστορικό οίκο Givenchy. Η επιλογή του ήταν τολμηρή, καθώς ο McQueen έπρεπε να διαχειριστεί την κληρονομιά ενός από τους σημαντικότερους γαλλικούς οίκους, ενώ παράλληλα να παραμείνει πιστός στη δική του δημιουργική ταυτότητα. Η περίοδος στον Givenchy υπήρξε σημαντική για την εξέλιξή του, αλλά ο ίδιος δεν έκρυβε τις επιφυλάξεις του σχετικά με τους περιορισμούς που δημιουργούσε η εργασία μέσα σε έναν μεγάλο οίκο.

Η πραγματική του δημιουργική ελευθερία βρισκόταν στο προσωπικό του brand, όπου μπορούσε να εξελίσσει τις ιδέες του χωρίς να χρειάζεται να ακολουθεί τις συμβατικές απαιτήσεις της βιομηχανίας. Και τότε ήταν που οι επιδείξεις του άρχισαν να μετατρέπονται σε πραγματικά θεάματα. Για τον McQueen, η πασαρέλα δεν ήταν απλώς ένας διάδρομος όπου παρουσιάζονταν ρούχα. Ήταν σκηνή. Χρησιμοποιούσε μουσική, φωτισμό, σκηνικά, τεχνολογία και απρόβλεπτες εικόνες, δημιουργώντας παραστάσεις που έμεναν στη μνήμη του κοινού πολύ μετά το τέλος τους.

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές στην ιστορία του ήταν η επίδειξη για τη συλλογή «No. 13» το 1999. Στο φινάλε, το μοντέλο Shalom Harlow στάθηκε πάνω σε μια περιστρεφόμενη πλατφόρμα, ενώ δύο ρομποτικοί βραχίονες ψέκασαν το λευκό φόρεμά της με μπογιά.

Shalom Harlow, Alexander McQueen Spring 1999Photo: Courtesy of Alexander McQueen

Η εικόνα αυτή δεν έμοιαζε με μια συμβατική επίδειξη μόδας. Ήταν performance art και ταυτόχρονα ένα σχόλιο για το σώμα, την τεχνολογία και τη διαδικασία της δημιουργίας. Ακόμη πιο χαρακτηριστική ήταν η συλλογή «VOSS» το 2001. Τα μοντέλα περπατούσαν μέσα σε έναν τεράστιο γυάλινο χώρο, ενώ το κοινό παρακολουθούσε μια εικόνα που ισορροπούσε ανάμεσα στην ομορφιά και την ανησυχία.

Ο McQueen είχε την ικανότητα να μετατρέπει την πασαρέλα σε έναν χώρο όπου η μόδα συναντούσε το θέατρο, την ψυχολογία και την τέχνη. Η ιστορία ήταν επίσης μια σταθερή πηγή έμπνευσης για εκείνον. Στη συλλογή «Highland Rape» στράφηκε στην ιστορία της Σκωτίας και στη σχέση της με την Αγγλία, δημιουργώντας μια από τις πιο αμφιλεγόμενες συλλογές του. Ο τίτλος και οι εικόνες της προκάλεσαν αντιδράσεις, όμως πίσω από αυτές υπήρχε η πρόθεσή του να αφηγηθεί μια ιστορία βίας και πολιτισμικής σύγκρουσης.

Ο McQueen δεν αντιμετώπιζε τη μόδα ως κάτι αποκομμένο από την κοινωνία. Τα ρούχα του συχνά κουβαλούσαν ιστορίες. Η φύση, η θρησκεία, η βία, η θηλυκότητα, η σεξουαλικότητα, η ευθραυστότητα και η δύναμη του ανθρώπινου σώματος εμφανίζονταν ξανά και ξανά στο έργο του. Ταυτόχρονα, υπήρχε πάντα μια αντίθεση ανάμεσα στην ομορφιά και το σκοτάδι. Ένα φόρεμα μπορούσε να είναι εντυπωσιακά κομψό και την ίδια στιγμή να δημιουργεί μια αίσθηση ανησυχίας. Αυτή ακριβώς η αντίθεση έγινε ένα από τα χαρακτηριστικά που ξεχώρισαν τον McQueen από τους περισσότερους σύγχρονούς του σχεδιαστές.

 Photo: Gary James McQueen

Στη συλλογή «Widows of Culloden», για παράδειγμα, στράφηκε ξανά στη σκωτσέζικη κληρονομιά του. Εκεί παρουσιάστηκε και το περίφημο ολόγραμμα της Kate Moss, μια εικόνα που συνδύαζε την τεχνολογία με τη μόδα και έδειχνε για ακόμη μία φορά ότι ο McQueen δεν φοβόταν να πειραματιστεί. Ακόμη πιο μπροστά από την εποχή της θεωρήθηκε η συλλογή «Plato’s Atlantis» το 2010.

pinterest

Ο Philip Treacy δημιούργησε μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά καπέλα που παρουσιάστηκαν στις επιδείξεις του, ενώ ο κοσμηματοποιός Shaun Leane συνεργάστηκε μαζί του για εντυπωσιακά κομμάτια που έμοιαζαν περισσότερο με γλυπτά παρά με απλά αξεσουάρ. Και φυσικά, η Sarah Burton αποτέλεσε ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία του οίκου. Εργάστηκε για πολλά χρόνια δίπλα στον McQueen και μετά τον θάνατό του ανέλαβε την καλλιτεχνική διεύθυνση του οίκου, συμβάλλοντας στη συνέχιση της κληρονομιάς του.

Παρά την τεράστια αναγνώριση, ο McQueen παρέμενε ένας άνθρωπος που κουβαλούσε πολλές εσωτερικές αντιθέσεις. Η δημόσια εικόνα του ήταν δυναμική και προκλητική, όμως η προσωπική του ζωή είχε και δύσκολες περιόδους. Στις 11 Φεβρουαρίου 2010, ο Alexander McQueen έφυγε από τη ζωή στο Λονδίνο, σε ηλικία 40 ετών. Ο θάνατός του συγκλόνισε τον χώρο της μόδας. Ένας σχεδιαστής που είχε καταφέρει μέσα σε λιγότερες από δύο δεκαετίες να αλλάξει την αισθητική της πασαρέλας δεν υπήρχε πλέον.

Alexander Mcqueen photographed by Sir Don McCullin

Η απουσία του, όμως, δεν σήμανε το τέλος της επιρροής του. Ο McQueen άφησε πίσω του κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια επιτυχημένη εταιρεία μόδας. Άφησε μια διαφορετική αντίληψη για το τι μπορεί να είναι ένα fashion show και για το πού μπορούν να συναντηθούν η μόδα και η τέχνη. Απέδειξε ότι ένα ρούχο μπορεί να αφηγηθεί ιστορία, να προκαλέσει συζήτηση και να δημιουργήσει συναισθήματα.

Η μεγαλύτερη κληρονομιά του ίσως βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην άρνησή του να αντιμετωπίσει τη μόδα ως κάτι επιφανειακό. Για τον Alexander McQueen, η ομορφιά δεν χρειαζόταν να είναι πάντα ασφαλής και εύκολη. Μπορούσε να είναι σκοτεινή, άγρια, εύθραυστη, προκλητική και ταυτόχρονα συγκλονιστικά όμορφη.

pinterest

Και αυτός είναι ο λόγος που, τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του, το όνομά του εξακολουθεί να έχει ξεχωριστή θέση στην ιστορία της μόδας.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ ,

Ακολουθήστε το HELLO σε και !
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ