1. Γιατί ο έρωτας δεν κρατά μια σχέση μόνος του;
  2. Αγαπιόμαστε γιατί δεν αρκεί;
  3. Από το “σε θέλω” στο “σε επιλέγω”

Στις συζητήσεις για τις σχέσεις, το ερώτημα επανέρχεται άλλοτε ως απορία και άλλοτε ως παράπονο: «Αν υπάρχει έρωτας, δεν θα έπρεπε να αρκεί;».

Η ιδέα ότι το έντονο συναίσθημα μπορεί από μόνο του να στηρίξει μια σχέση είναι βαθιά ριζωμένη στη συλλογική μας φαντασία. Μεγαλώσαμε με αφηγήσεις που ταυτίζουν την ένταση με τη βεβαιότητα και την επιθυμία με τη διάρκεια. Αν κάτι είναι «αληθινό», πιστεύουμε πως θα είναι και αρκετό.

Ο έρωτας, πράγματι, είναι μια ισχυρή εμπειρία. Είναι αυτόματος, σχεδόν ακαριαίος. Περιλαμβάνει επιθυμία, έντονη έλξη και την αίσθηση ότι ο άλλος αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο στη σκέψη και στην καθημερινότητά μας.

Σε νευροβιολογικό επίπεδο, συνδέεται με την ενεργοποίηση του συστήματος ανταμοιβής του εγκεφάλου, ενός μηχανισμού που σχετίζεται με την προσδοκία, την επιθυμία και την κινητοποίηση προς προς ό,τι βιώνεται ως πολύτιμο.

Η εσωτερική αυτή ένταση συχνά συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι «αυτό» που βιώνουμε δεν έχει ξανασυμβεί με τον ίδιο τρόπο.

Ωστόσο, μια μακροχρόνια σχέση δεν στηρίζεται μόνο στη συναισθηματική ένταση. Με τον χρόνο, η αρχική έξαρση υποχωρεί, όχι επειδή το συναίσθημα ήταν ψεύτικο, αλλά επειδή η ψυχική και βιολογική λειτουργία του έρωτα είναι από τη φύση της μεταβατική.

Τη θέση της καλούνται να πάρουν άλλες διεργασίες: η ικανότητα ρύθμισης των συναισθημάτων, η ουσιαστική επικοινωνία, η αντοχή στη ματαίωση, η διαπραγμάτευση των διαφορών, η ανάληψη ευθύνης. Με άλλα λόγια, η δέσμευση.

Η δέσμευση δεν είναι συναίσθημα. Είναι στάση και επιλογή. Είναι η απόφαση να παραμένεις, να επενδύεις, να δουλεύεις πάνω στη σχέση ακόμη και όταν η ένταση δεν βρίσκεται στο ζενίθ.

Συνδέεται με πιο «αργές» και ώριμες λειτουργίες του εαυτού: τον σχεδιασμό, τη συνέπεια, την ικανότητα να αντέχεις τη διαφορά χωρίς να τη βιώνεις ως απειλή, να διαχειρίζεσαι τη σύγκρουση χωρίς να αποσύρεσαι ή να επιτίθεσαι.

Δεν είναι λίγες οι φορές που δύο άνθρωποι αγαπήθηκαν αληθινά, αλλά δεν κατάφεραν να αντέξουν τη μετάβαση από την ένταση στη συνύπαρξη. Διαφορετικοί στόχοι ζωής, ασύμβατοι ρυθμοί ωρίμανσης, δυσκολία στη δέσμευση ή στον συναισθηματικό συγχρονισμό μπορούν να υπερισχύσουν. Δεν άντεξαν όχι γιατί έλειψε το συναίσθημα, αλλά γιατί δεν υπήρξε κοινός τρόπος να διαχειριστούν τις ματαιώσεις, τις ανασφάλειες, τις διαφορετικές ανάγκες.

Η αγάπη μπορεί να είναι παρούσα και ταυτόχρονα ανεπαρκής, όταν δεν συνοδεύεται από ψυχική ετοιμότητα.

Ίσως, λοιπόν, ο έρωτας να είναι η αρχή, όχι το θεμέλιο. Το θεμέλιο χτίζεται πιο αργά: στη συνομιλία που δεν αποφεύγεται, στη σύγκρουση που δεν οδηγεί σε φυγή, στη σιωπή που δεν παρερμηνεύεται.

Όταν το «σε θέλω» μετατρέπεται σε «σε επιλέγω», η σχέση αλλάζει ποιότητα.

Χάνει κάτι από τη θεατρικότητα της αρχής, αλλά κερδίζει βάθος. Και ίσως αυτή η μετάβαση να είναι τελικά η πιο ώριμη μορφή ρομαντισμού, όχι η υπόσχεση της αιώνιας έντασης, αλλά η απόφαση της σταθερής παρουσίας.

Δρ. Αντρέας Χατζηκυπριανού

Κλινικός Ψυχολόγος

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ , , ,

Ακολουθήστε το HELLO σε και !
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ