Υπάρχουν τραγούδια που αποκτούν τη δική τους ζωή από τη στιγμή που συναντούν τη φωνή του κατάλληλου ερμηνευτή. Το «Ώρες μικρές», σε μουσική Γιώργου Σαμπάνη και στίχους Ελένης Γιαννατσούλια, υπήρξε μία από αυτές τις περιπτώσεις για τον Γιώργο Μαζωνάκη.
Η στιχουργός του τραγουδιού, σε συνέντευξή της στην εκπομπή «Στούντιο 4» την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου, μίλησε για την απώλεια του τραγουδιστή, τη μοναδικότητα της καλλιτεχνικής του παρουσίας, αλλά και για τη στιγμή που εκείνος άκουσε για πρώτη φορά τους στίχους του «Ώρες μικρές».
Ακούστε ολόκληρο το τραγούδι «Ώρες μικρές»
Με λόγια βαθιά προσωπικά, η Ελένη Γιαννατσούλια περιέγραψε έναν άνθρωπο που, όπως είπε, ήταν ιδιαίτερα συναισθηματικός, μοναχικός και απόλυτα αφοσιωμένος στην τέχνη του.
«Είμαι πολύ συντετριμμένη από την απώλειά του. Και θέλω επίσης να σας πω ότι πρόκειται για ένα πολύ ξεχωριστό και χαρισματικό πρόσωπο. Και ότι ως άνθρωπος ήταν εκ βαθέων μοναχικός και πάρα πολύ συναισθηματικός. Θα έλεγα κιόλας ότι ήταν δυσανάλογα συναισθηματικός με κριτήριο τον μέσο όρο. Ήταν ιδιαίτερα γοητευτικός και σαν άνθρωπος και σαν καλλιτέχνης και πραγματικά πρόκειται για μία ιδιαίτερη και βαρύνουσα απώλεια για το ελληνικό τραγούδι και τη χώρα ολόκληρη», είπε αρχικά.
«Ήταν μία κατηγορία μόνος του»
Για την Ελένη Γιαννατσούλια, ένα από τα στοιχεία που ξεχώριζαν τον Γιώργο Μαζωνάκη ήταν ο τρόπος με τον οποίο προσέγγιζε το τραγούδι. Δεν αντιμετώπιζε τους στίχους ως απλό μέρος μιας παραγωγής, αλλά ως βασικό κομμάτι της καλλιτεχνικής του ταυτότητας.
«Είναι χαρακτηριστικά η πάνδημη θλίψη και συγκίνηση που προκάλεσε ο αδόκητος χαμός του και μάλιστα υπό τις συνθήκες που έγινε. Θα σας έλεγα ότι διαμόρφωσε μία δική του προσωπική σχολή στη δισκογραφία. Ήταν κάτι ξεχωριστό, ήταν μία κατηγορία μόνος του. Ο άνθρωπος αυτός έδινε ιδιαίτερη σημασία στους στίχους των τραγουδιών του και στα μηνύματα που αυτά εξέπεμπαν. Ήταν ανήσυχη φύση και πρωτοπορούσε. Δεν φοβόταν την καινοτομία. Δηλαδή, ήταν πρωτοπόρος και στις δισκογραφικές δουλειές του και στις δημόσιες εμφανίσεις του. Η ερμηνεία του έδινε μία ξεχωριστή ώθηση στα έργα. Η χροιά του, ο τρόπος που ερμήνευε, η επικοινωνία με το κοινό πάνω στην πίστα… Δηλαδή, αν δείτε, ας πούμε, το “Ώρες μικρές” σε διάφορα βίντεο που κυκλοφορούν, θα δείτε ότι είχε μία ισχυρή διαλεκτική με τον κόσμο. Τους λέει τον στίχο, τον επαναλαμβάνουν, τον φωνάζουν. Δηλαδή είχε μία απίστευτη διαλεκτική με τον κόσμο. Ήταν γεννημένος καλλιτέχνης. Ήταν πραγματικός καλλιτέχνης αυτός ο άνθρωπος», ανέφερε.
Η πρώτη ακρόαση του «Ώρες μικρές»
Η ιστορία του τραγουδιού ξεκινά από τη συνεργασία της Ελένης Γιαννατσούλια με τον Γιώργο Σαμπάνη. Όπως αποκάλυψε η στιχουργός, η αντίδραση του Γιώργου Μαζωνάκη όταν άκουσε τους πρώτους στίχους ήταν άμεση.
«Όταν έγραψα τον στίχο πάνω στη μουσική του Γιώργου Σαμπάνη και του το έπαιξε ο Σαμπάνης και άκουσε τον στίχο που λέει “Το ξέρω πως το μπλε στα μάτια μου δεν είναι ακρογιάλι, λάμπω σαν φως,, μα το σκοτάδι στο σημάδι έχω βάλει”… συγκινήθηκε πάρα πολύ με αυτές τις φράσεις. Ταυτίστηκε απολύτως και χωρίς καλά καλά να δει τους υπόλοιπους στίχους είπε “Το κομμάτι αυτό το θέλω τώρα”. Και σιγά σιγά αγάπησε κάθε στίχο αυτού του τραγουδιού. Και στη συνέχεια το αγάπησε πάρα πολύ και ο κόσμος», αποκάλυψε.
Κλείνοντας, η στιχουργός δήλωσε πως η γνωριμία της με τον Γιώργο Μαζωνάκη ήταν «δώρο» του Γιώργου Σαμπάνη: «Κάνω μία μικρή παρένθεση εδώ και θέλω να σας πω ότι ο Γιώργος Σαμπάνης, ο οποίος είναι ένας μοιραίος άνθρωπος στη ζωή μου, και μου έχει κάνει εξαίσια δώρα… Ένα από αυτά τα δώρα, λοιπόν, ήταν ο Γιώργος Μαζωνάκης. Του άπλωσε τον κόσμο των στίχων μου και εκείνος τον περπάτησε με σεβασμό και αγάπη. Δηλαδή ταυτιζόταν τόσο πολύ με τους στίχους… Πώς γίνεται κάθε φορά να γράφω ό,τι ακριβώς ζούσε εκείνη την περίοδο; Πραγματικά, να σας πω κάτι; Δηλαδή θα προτιμούσα να ζει ο Γιώργος και να μην ξανατραγουδούσε ποτέ τραγούδια μου. Αυτή είναι η αλήθεια. Εγώ θα τον αποχαιρετήσω με τους εξής στίχους μου: Ώρες μικρές στα σκοτεινά, του πόνου πάνω τη συχνότητα, σε θέλω τραγικά. Στην ταραγμένη μου ψυχή θα είσαι πάντα εκκρεμότητα, σαν πόρτα ανοιχτή. Και ένας άλλος στίχος μου που λέει: Βαρύ της φυγής σου το τίμημα, μελαγχολία και μάτια σπασμένα».