. Μια καθισμένη σε γραφείο ανδρική φιγούρα που φορά ακουστικά στα αφτιά, χειρίζεται κάτι που μοιάζει με συσκευή σε ένα περιβάλλον αινιγματικό. Το μυστήριο επιτείνει στο φόντο ένας άνδρας κρυμμένος, που δεν ξέρουμε αν είναι θεατής ή δημιούργημα φαντασίας του κεντρικού ήρωα. Καθώς ο ζωγράφος δεν φορά στα έργα του ταμπέλες – pop σουρεαλισμός, μαγικός ρεαλισμός, νέο-παραστατική εικονογραφία -, θα ήθελα να βλέπω τον ιδιότυπο ασυρματιστή ως μία ιδανική αυτό-προσωπογραφία του Κατσιπάνου: μονάχος στο εργαστήρι του να αφουγκράζεται στον ασύρματο το απόκοσμο, χρησιμοποιώντας για σήματα μορς τα όνειρά του. 

Ο κόσμος του ονείρου είναι θεμελιακό στοιχείο για να πλησιάσουμε το έργο του ζωγράφου. Έπειτα από 20 χρόνια μιας πορείας γόνιμης κι αναγνωρίσιμης πια στο πλατύ κοινό, ο Κατσιπάνος έχει κατορθώσει τούτο το παράδοξο: να κρατήσει τη μνήμη του λευκή κι αισθησιακά παραδομένη στο χωρίς προκατάληψη. Μπαίνοντας σε μία περίοδο καλλιτεχνικής ωριμότητας, τα νεανικά του ερωτήματα έχουν διαλυθεί σαν πάχνη του πρωινού κι ίσως γι’ αυτό αδιαφορεί για τις ταμπέλες. Αυτό, όμως, που του έχει μείνει ακόμη είναι η ευχαρίστηση της περιπλάνησης, έχοντας μάλιστα αποδεχθεί τον κίνδυνο της πλάνης τόσο με την έννοια του λάθους όσο και με την έννοια της απροσδιόριστης πορείας. Και τα δυο, ο Κατσιπάνος τα χρησιμοποιεί στη ζωγραφική του.

Για να κατασκευάσει το δικό του προσωπικό σύμπαν, ο δημιουργός ξεφεύγει από τη «μίμηση» εικόνων. Επιθυμεί να γίνει ο διερμηνέας τους, να δώσει την προσωπική του εκδοχή και εξήγηση. Στα έργα του, δεν υπάρχει μια αφήγηση που υπακούει σε νόμους και κανόνες. Υπακούει μόνο στην άναρχη λογική του ονείρου, στη βασιλική οδό του ασυνειδήτου, αμφισβητώντας κάθε ορθολογιστική οργάνωση της αφήγησης. Οι συνθέσεις του ζωγράφου μοιάζουν με ονειρικές σκηνές, στις οποίες βυθίζεται σταδιακά ο θεατής.

Το δέλεαρ είναι τα πρόσωπα. Οι μορφές που καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του τελάρου, είναι συνήθως σε στάση, σπανιότερα σε κίνηση,  δημιουργώντας μια απατηλή αίσθηση οικείου, ένα συναισθηματικό περιβάλλον στο οποίο ο θεατής έρχεται αισθανόμενος ασφάλεια, για να βρεθεί αργότερα αντιμέτωπος με το απόκοσμο. Το ανοίκειο, η παραίσθηση και το αμφίσημο είναι συστατικά αυτού του κόσμου και ο θεατής σαγηνευμένος από το κάλεσμα των προσώπων, συχνά τελεί εν απορία, βρίσκεται στο κενό.

Ο κόσμος του Κατσιπάνου δεν είναι ξεκομμένος από την παράδοση. Σε κάποιες από τις γυναικείες μορφές του μπορούν να εντοπιστούν ίχνη που παραπέμπουν σε φλαμανδικά πορτρέτα, καθώς ορθώνονται επιβλητικά μπροστά μας σε λεπτομερές βάθος και όχι σε απλό φόντο. Αστικά τοπία και φυσικά περιβάλλοντα από δέντρα ή θάλασσα, σκηνικά στο ρόδινο χρώμα της σάρκας και μαύρα φόντα είναι το πρόσχημα για να τυλίξει τους ήρωές του. Τους παρουσιάζει με τόση αμεσότητα που τους αγγίζεις επάνω στο τελάρο, σε ορισμένους μάλιστα, νιώθεις την κλειστοφοβική απόγνωσή τους. Διογκωμένοι καθώς είναι, μοιάζουν εγκλωβισμένοι στη μικρή διάσταση του έργου.

Όπως τα όνειρα, όμως, έτσι και τα έργα του Κατσιπάνου είναι ανοιχτά σε ερμηνείες. Κάθε θεατής μπορεί να διακρίνει διαφορετικά πράγματα σε έναν πίνακα. Το θέμα με τη ζωγραφική δεν είναι να μεταφέρει απλώς την πραγματικότητα, αλλά να εκ-φράσει το αθέατο. Να φανερώσει μιαν αλήθεια που έρχεται στην επιφάνεια κι ακουμπά στην πιο βαθιά εξομολόγηση του επισκέπτη. Ο Κατσιπάνος έχει την ικανότητα να σε κάνει να νοσταλγείς καταστάσεις που ποτέ δεν έζησες μα που είναι πολύ οικείες και την επόμενη στιγμή να σε βυθίζει κάπου σκοτεινά, με αυτόχειρες που αποζητούν την έξοδο, με παιδιά πρόθυμα να γνωρίσουν τη θυσία, με κορίτσια που θαλασσοπνίγονται. Μέσα στο σάλαγο της τρικυμίας, είναι σα να αλιεύει εικόνες από τον πιο βαθύ ύπνο μέσα στα λιγοστά δεύτερα όπου ο χρόνος διαστέλλεται (κατάσταση που μας είναι γνωστή ως REM). Κι ωστόσο, ενώ ελλοχεύει ένα στοιχείο δραματικό από την πιο σκοτεινή γωνιά του ασυνειδήτου, η ζωγραφική του κυλά «κανονικά» ωσάν το όνειρο να έχει το ρυθμό του.

Τα πρόσωπα του Κατσιπάνου ζουν σε παράλληλο κόσμο που μπορούμε εύκολα να φανταστούμε, με υπεράνθρωπες δυνατότητες και γνώσεις, μα είναι ίδιοι με εμάς. Όλα χάρις στο ονειρικό στοιχείο που γίνεται φρέαρ άντλησης ουσίας ευεργετικής και ιδωμένα με την ευαισθησία ενός ζωγράφου ξεχωριστού, που κάνει το αδιόρατο χνούδι μεγάλο όσο ο βολβός του ματιού.

Το εργαστήριο του καλλιτέχνη στην Καλλιφρονά – ένα νεοκλασικό του μεσοπολέμου στην Κυψέλη – υπήρξε, όχι στο μακρινό παρελθόν, φυτώριο καλλιτεχνικό, καθώς  λειτούργησε για πολλά χρόνια ως προπαρασκευαστικό φροντιστήριο σε πολλούς και σημαντικούς Έλληνες ζωγράφους για την είσοδό τους στις σχολές Καλών τεχνών (μεταξύ των δασκάλων του οι Νίκος Στέφος κι ο Τίμος Μπατινάκης). Αυτό το ατελιέ έχει κυριολεκτικά βυθιστεί στη ζωγραφική, οι τοίχοι του έχουν ποτιστεί από την αγωνία, την αναζήτηση, τις σπάνιες ώρες όπου ο δημιουργός σαρκώνει την ιδέα του στο τελάρο. Σε αυτό το «βαθυσκάφος» βλέπω τον Κατσιπάνο να προσπαθεί να περισώσει ναυαγισμένα σχέδια, χαμένα πορτρέτα, ανεκπλήρωτα ζωγραφικά ταξίδια. Έναν ασυρματιστή που προσπαθεί να ακούσει τα μύχια της ψυχής του, που ζει καθημερινά μέσα στη θάλασσα του επέκεινα της λογικής και των ορίων.  

Γιώργος Μυλωνάς

Ιστορικός Τέχνης

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ

Ακολουθήστε το HELLO σε και !
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ