Στον κόσμο της υψηλής μόδας, η δημιουργικότητα δεν αρκεί πάντα για να εξασφαλίσει μια θέση στην ιστορία. Χρειάζεται ένα αναγνωρίσιμο όραμα, μια προσωπικότητα που να εμπνέει και, κυρίως, η ικανότητα να μετατρέπεις την αισθητική σε αφήγημα. Η Virginie Viard γνώριζε από πρώτο χέρι τους κώδικες της Chanel, παρέμεινε για δεκαετίες στο πλευρό του Karl Lagerfeld και ανέλαβε τη διαδοχή του σε έναν από τους πιο εμβληματικούς οίκους πολυτελείας. Ωστόσο, η δική της περίοδος δεν απέκτησε ποτέ την ίδια συμβολική ισχύ με εκείνη του μέντορά της.
Η αποχώρησή της, τον Ιούνιο του 2024, έβαλε τέλος σε μια πενταετή θητεία που συζητήθηκε περισσότερο για τη σύγκριση με τον προκάτοχό της παρά για τη δημιουργία μιας αυτόνομης ταυτότητας.
Τώρα, με το βιβλίο «Un regard – Une vie dans la mode» («Μια ματιά – Μια ζωή στη μόδα»), η σχεδιάστρια επιχειρεί να επιστρέψει στη δική της εκδοχή της ιστορίας. Η έκδοση, που παρουσιάστηκε την περίοδο της Εβδομάδας Μόδας του Παρισιού, λειτουργεί τόσο ως προσωπική αναδρομή όσο και ως μια προσπάθεια να αποκαταστήσει τη θέση της στη σύγχρονη ιστορία του οίκου.

Το αποτέλεσμα, ωστόσο, δεν είναι απαραίτητα εκείνο που θα περίμενε κανείς. Αντί να αποσαφηνίζει πλήρως τη δημιουργική της ταυτότητα, η αφήγησή της αναδεικνύει ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της καριέρας της: πώς μπορείς να βρίσκεσαι στο κέντρο της παγκόσμιας βιομηχανίας της μόδας και, ταυτόχρονα, να παραμένεις σχεδόν αόρατη;
Η αποχώρηση από τη Chanel και το τραύμα της διαδοχής
«Όταν δεν μπορείς να εξηγήσεις τι κάνεις, οι άλλοι θα το κάνουν για σένα, δίνοντας τον δικό τους ορισμό», σημειώνει η Virginie Viard στο βιβλίο της. Η φράση συνοψίζει, ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη, το πρόβλημα της δημόσιας εικόνας της. Για χρόνια, η ίδια επέλεγε να παραμένει μακριά από τις συνεντεύξεις και τη δημοσιότητα, αφήνοντας το έργο της να μιλά για εκείνη. Στη μόδα, όμως, όπου η εικόνα και η προσωπικότητα αποτελούν μέρος της ίδιας της δημιουργικής πρότασης, η σιωπή μπορεί εύκολα να εκληφθεί ως απουσία ταυτότητας.
Η αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου φαίνεται να ήταν ένα δημοσίευμα που παρουσίαζε την ιστορία της Chanel μέσα από τρεις καθοριστικές προσωπικότητες: τη Gabrielle Chanel, τον Karl Lagerfeld και τον Matthieu Blazy. Η δική της περίοδος περιγραφόταν ως ένα ενδιάμεσο κεφάλαιο, ένα διάλειμμα ανάμεσα σε δύο σημαντικές εποχές.
Για μια γυναίκα που αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη την επαγγελματική της ζωή στον οίκο, ο χαρακτηρισμός αυτός είχε προφανώς ιδιαίτερο βάρος. Το βιβλίο, χωρισμένο σε πέντε κεφάλαια, μοιάζει να αποτελεί την απάντησή της σε αυτή την αποτίμηση, αλλά και μια προσπάθεια να διεκδικήσει την αναγνώριση που θεωρεί ότι της αναλογεί.
Η αφήγηση ξεκινά από τις αρχές Ιουνίου του 2024, όταν συναντήθηκε για γεύμα με τον Alain Wertheimer, μέλος της οικογένειας στην οποία ανήκει η Chanel. Σύμφωνα με τη δική της περιγραφή, εκείνος της ανακοίνωσε την απομάκρυνσή της με μια σύντομη, σχεδόν απολογητική εισαγωγή: «Δεν θα είναι εύκολο…».
Η συνάντηση ολοκληρώθηκε, η σχεδιάστρια υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα και αποχαιρέτησε την ομάδα της. Την επόμενη ημέρα, τα προσωπικά της αντικείμενα επέστρεψαν στο σπίτι της μέσα σε κουτιά. Λίγες εβδομάδες αργότερα, η συλλογή υψηλής ραπτικής του οίκου παρουσιάστηκε στο Palais Garnier, χωρίς το όνομά της να αναγράφεται στους συντελεστές της δημιουργίας.
Η Virginie Viard δεν αποκαλύπτει τους λόγους που οδήγησαν στην αποχώρησή της. Ενδεχομένως οι συμβατικές υποχρεώσεις και οι ρήτρες εμπιστευτικότητας να περιορίζουν όσα μπορεί να δημοσιοποιήσει. Έτσι, το βιβλίο φωτίζει περισσότερο το προσωπικό βίωμα της απώλειας μιας θέσης παρά τις εσωτερικές αποφάσεις που διαμόρφωσαν το τέλος της συνεργασίας.
Τριάντα χρόνια δίπλα στον Karl Lagerfeld

Το πιο αποκαλυπτικό μέρος της αφήγησης αφορά τη μακρά σχέση της με τον Karl Lagerfeld, έναν από τους πιο επιδραστικούς σχεδιαστές της σύγχρονης μόδας. Η Virginie Viard τον γνώρισε μέσα από έναν κύκλο επαγγελματικών συστάσεων που της άνοιξε την πόρτα της Chanel το 1987. Αρχικά εργάστηκε στο ατελιέ κεντήματος, ενώ αργότερα ανέλαβε σημαντικότερο ρόλο στη δημιουργική ομάδα του οίκου.
Για ένα διάστημα εργάστηκε και στη Chloé, προτού επιστρέψει στη Chanel, όπου το 1997 ανέλαβε τη διεύθυνση του στούντιο. Η σχέση της με τον Lagerfeld ήταν εκείνη ενός στενού συνεργάτη που γνώριζε σε βάθος τη διαδικασία παραγωγής των συλλογών, τις απαιτήσεις των ατελιέ και τη λειτουργία ενός μεγάλου δημιουργικού οργανισμού.
Ο Γάλλος σκηνοθέτης και χρονικογράφος της μόδας Loïc Prigent είχε περιγράψει εύστοχα τη μεταξύ τους σχέση με μια εικόνα που συμπύκνωνε τους διαφορετικούς ρόλους τους: ο Karl ήταν η υπερταχεία και η Virginie οι ράγες της Chanel. Εκείνος παρήγαγε αδιάκοπα ιδέες, ενώ εκείνη εξασφάλιζε ότι αυτές θα μετατρέπονταν σε πραγματικές συλλογές, μέσα από τη γνώση της για τα εργαστήρια και την τεχνική δεξιοτεχνία των ανθρώπων του οίκου.
Στο βιβλίο, η αντίθεση ανάμεσα στους δύο γίνεται ακόμη πιο εμφανής. Ο Lagerfeld μπορούσε να αποτυπώσει μια ιδέα με ελάχιστες γραμμές, δίνοντας αμέσως μορφή σε ένα ένδυμα. Η Viard, αντίθετα, βασιζόταν συχνά σε κολάζ, φωτογραφίες, χρωματικά δείγματα και αναφορές από διαφορετικές πηγές, τις οποίες παρέδιδε στα ατελιέ για να αποκτήσουν υλική υπόσταση.
Οι δύο προσεγγίσεις δεν είναι απαραίτητα άνισες ως προς τη δημιουργική τους αξία. Αναδεικνύουν, όμως, δύο διαφορετικούς τρόπους άσκησης της καλλιτεχνικής διεύθυνσης: τον σχεδιαστή που ενσαρκώνει ο ίδιος το όραμα του οίκου και τον δημιουργό που λειτουργεί περισσότερο μέσα από τη σύνθεση, την επιμέλεια και την καθοδήγηση μιας ομάδας.
Το πρόβλημα για τη Viard ήταν ότι διαδέχθηκε μια προσωπικότητα η οποία είχε καταφέρει να μετατρέψει τον εαυτό της σε αναπόσπαστο μέρος του brand. Τα μαύρα γυαλιά, η λευκή ψηλόλαιμη γραβάτα και η αυστηρά ελεγχόμενη δημόσια εικόνα του Lagerfeld δεν ήταν απλώς προσωπικές επιλογές. Αποτελούσαν ένα σύστημα συμβόλων που ενίσχυε τον μύθο της Chanel.
Η διάδοχός του δεν επιχείρησε να δημιουργήσει ένα αντίστοιχα αναγνωρίσιμο προσωπικό αφήγημα. Και αυτή η διαφορά αποδείχθηκε καθοριστική για τον τρόπο με τον οποίο αξιολογήθηκε η θητεία της.
Η πολυτέλεια ως καθημερινότητα
Σε παλαιότερη συνέντευξή της στους New York Times, όταν ανακοινώθηκε η ανάληψη της καλλιτεχνικής διεύθυνσης της Chanel, η Virginie Viard είχε δηλώσει ότι της αρέσει να περνά απαρατήρητη. Η στάση αυτή ήταν συνεπής με τον χαρακτήρα που περιγράφει στο βιβλίο της, αλλά βρισκόταν σε αντίθεση με μια βιομηχανία που έχει μάθει να μετατρέπει τους δημιουργούς της σε δημόσιες προσωπικότητες.

Κατά τη διάρκεια της θητείας της, η Viard διατήρησε έναν σχετικά ιδιωτικό τρόπο ζωής, κινούμενη στους γνώριμους δρόμους της Αριστερής Όχθης, συχνάζοντας στα ίδια εστιατόρια και ακολουθώντας σταθερές καθημερινές συνήθειες. Την ίδια στιγμή, η μόδα εξελισσόταν σε μια ολοένα πιο διεθνή βιομηχανία, όπου οι καλλιτεχνικοί διευθυντές λειτουργούσαν ως πρεσβευτές των οίκων τους, αποκτώντας επιρροή πέρα από τις πασαρέλες.
Η απουσία της από τη δημόσια συζήτηση αποτυπώθηκε και στην περιορισμένη αναγνωρισιμότητά της έξω από τον στενό κύκλο των επαγγελματιών του χώρου, παρά τη σημασία της θέσης που κατείχε. Η Chanel, άλλωστε, δεν είναι απλώς ένας οίκος ένδυσης. Είναι ένα σύστημα αισθητικών κωδίκων, ιστορικών αναφορών και συμβόλων που οφείλουν να παραμένουν επιθυμητά σε ένα διεθνές κοινό.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο τρόπος με τον οποίο περιγράφει τις παροχές και τις εμπειρίες που συνόδευαν τη θέση της: ιδιωτικές πτήσεις, πολυτελή αυτοκίνητα, δείπνα υψηλής γαστρονομίας και πρόσβαση σε χώρους που για τους περισσότερους παραμένουν απρόσιτοι. Όσα αποτελούν μέρος της καθημερινότητας ενός ισχυρού οίκου πολυτελείας εμφανίζονται στην αφήγησή της σχεδόν ως αυτονόητα.
Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αντίφαση. Η πολυτέλεια δεν εξαντλείται στην πρόσβαση σε σπάνια αγαθά ή προνομιακές εμπειρίες. Βασίζεται στην ικανότητα να τους αποδίδεις νόημα, να δημιουργείς επιθυμία και να καλλιεργείς την αίσθηση ότι αντιπροσωπεύουν κάτι περισσότερο από την υλική τους αξία.
Όταν το εξαιρετικό παρουσιάζεται ως απολύτως συνηθισμένο, χάνει μέρος της δύναμής του. Και όταν ένας δημιουργός δεν καταφέρνει να μεταφέρει το προσωπικό του όραμα στο κοινό, ακόμη και η πιο προνομιακή θέση μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκής για τη διαμόρφωση ενός διακριτού μύθου.
Μια θέση στην ιστορία δεν εξασφαλίζεται από τον τίτλο

Η Virginie Viard υπήρξε για χρόνια ένα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα πίσω από τη δημιουργική λειτουργία της Chanel. Η γνώση της για τα ατελιέ, η μακρά συνεργασία της με τον Lagerfeld και η εμπειρία της στη διαχείριση των συλλογών αποτελούν ουσιαστικό μέρος της επαγγελματικής της διαδρομής.
Η κληρονομιά της, ωστόσο, θα κριθεί από περισσότερα από τη διάρκεια της παρουσίας της στον οίκο ή από την εγγύτητά της με τον προκάτοχό της. Θα κριθεί από το κατά πόσο οι συλλογές της διαμόρφωσαν μια αναγνωρίσιμη αισθητική πρόταση, από το αν κατάφερε να εξελίξει τους κώδικες της Chanel και από το αποτύπωμα που άφησε στη μόδα πέρα από τα όρια του ίδιου του οργανισμού.
Το βιβλίο της επιχειρεί να επαναφέρει τη δική της οπτική σε μια ιστορία που συχνά γράφεται από άλλους. Ταυτόχρονα, αποκαλύπτει πόσο δύσκολο είναι να διεκδικήσεις εκ των υστέρων μια θέση στη συλλογική μνήμη, όταν κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής σου πορείας επέλεξες να παραμείνεις στο παρασκήνιο.
Στην υψηλή μόδα, η αορατότητα δεν αποτελεί απαραίτητα αδυναμία. Μπορεί να είναι συνειδητή επιλογή, μέρος μιας δημιουργικής φιλοσοφίας ή ακόμη και προϋπόθεση για τη λειτουργία ενός μεγάλου οίκου. Όταν, όμως, η προσωπική ταυτότητα δεν αποκτά σαφές στίγμα, η δημιουργική συνεισφορά κινδυνεύει να επισκιαστεί από εκείνη των προκατόχων ή των διαδόχων.
Και ίσως αυτό να είναι το ουσιαστικότερο ερώτημα που αφήνει πίσω της η θητεία της Virginie Viard στη Chanel: πόσο μακριά μπορεί να φτάσει η δημιουργία, όταν ο δημιουργός της δεν καταφέρνει να γίνει ο ίδιος μέρος της ιστορίας της;
**Με πληροφορίες από το LIFO