Το εμβληματικό κόκκινο χρώμα που λάτρευε ο Βαλεντίνο Γκαραβάνι, έμοιαζε να έχει ξεφύγει από κάποιον πίνακα ζωγραφικής του Γκόγια και ήταν αυτό που καθόρισε μια μυθική πορεία στον χώρο της μόδας και της υψηλής ραπτικής.
Η φυγή του σε ηλικία 93 χρονών σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής που σφραγίστηκε από την παρουσία του μεγάλου Ιταλού σχεδιαστή από τη Λομβαρδία.
Ο άνθρωπος που λάτρεψε τις γυναίκες από τότε που ήταν παιδί κατάφερε να στήσει μια αυτοκρατορία, αφού πρώτα εντρύφησε ως θρασύς νεαρός δίπλα σε μεγάλους μόδιστρους στο Παρίσι. Η επιστροφή του στην Ιταλία ήταν απλά η αρχή μιας μυθιστορηματικής ζωής που τα είχε όλα στον υπερθετικό βαθμό αλλά πάντα με ένα απαράμιλλο στιλ.
Θα μπορούσε να βρει κανείς εύκολα τη συνταγή για την επιτυχία του Valentino. Με μια απλή μείξη χρωμάτων (100% ματζέντα, 100% μαύρο και 100% άσπρο) θα έπαιρνε το εμβληματικό κόκκινο. Εκείνο που μοιάζει βγαλμένο από πίνακα του Γκόγια και έγινε σήμα κατατεθέν του Ιταλού σχεδιαστή. Το είχε άλλωστε παραδεχτεί και ο ίδιος. Το κόκκινο ήταν το μόνο χρώμα που άξιζε να ασχοληθεί στα σοβαρά κανείς, πέραν του λευκού και του μαύρου.
Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ήταν απλώς μια απόχρωση που θεμελίωσε την ουρανομήκη καριέρα του και τον έχρισε επιδραστικό, δεκαετίες πριν από την επινόηση του όρου. Η επιτυχία του και κυρίως το γεγονός ότι κατάφερε να ξεπεράσει το στάδιο του διαχρονικού και να περάσει σε εκείνο του κλασικού είναι ότι ποτέ του δεν ξέχασε τον πρώτο και απαράβατο κανόνα: ότι οι γυναίκες θέλουν να είναι όμορφες. Ηταν μια συνειδητοποίηση που ήρθε πολύ νωρίς στη ζωή του, τόσο πρόωρα, ώστε δεν μπορούσε να τη διαχειριστεί και πολύ περισσότερο να την ερμηνεύσει.

Παιδί ακόμα, ο Βαλεντίνο Κλεμέντε Λουντοβίκο Γκαραβάνι θυμάται τον εαυτό του να περνά με δέος το κατώφλι της La Scala και να παρατηρεί τους θεατές να γεμίζουν ασφυκτικά τους εξώστες. Στα παιδικά μάτια του οι γυναίκες έμοιαζαν με μπουκέτα λουλουδιών που κάποιος τα είχε τοποθετήσει στις κόκκινες βελούδινες θέσεις του θεάτρου.
Ηταν η ίδια περίοδος που ανακάλυψε την έμφυτη κλίση του στη ραπτική. Μαθητής Δημοτικού ακόμα, μυήθηκε στην τέχνη της ραπτικής από τη θεία του ονόματι Ρόζα, την οποία μνημονεύει πάντα στις σπάνιες συνεντεύξεις του, και τη σχεδιάστρια Ερνεστίνα Σαλβαντέο.
Αμέσως μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο νεαρός Βαλεντίνο, ο οποίος πήρε το όνομά του από τη λατρεία της μητέρας του στον θρυλικό Ροντόλφο Βαλεντίνο, μετοίκησε από τη Λομβαρδία, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, στο Παρίσι. Είχε μάλιστα τις ευλογίες των γονιών του, οι οποίοι δεν μπορούσαν παρά να δείξουν τον δέοντα σεβασμό στο ταλέντο του γιου τους.
Τα χρόνια του στη Γαλλία ήταν καθοριστικά. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών και ξεκίνησε αμέσως μετά τη μαθητεία του. Στον οίκο Balenciaga και στο ατελιέ του μύθου Ζαν Ντεσέ, ο Βαλεντίνο βούτηξε στα βαθιά της υψηλής ραπτικής.
Και έμαθε όχι απλώς να επιπλέει, αλλά να κολυμπά με επιδεξιότητα. Βεβαίως, ως νέος υπήρξε μάλλον περισσότερο άμυαλος απ’ όσο απαιτούσαν τα καθήκοντά του. Από τον Ντεσέ, τον άνθρωπο που έντυνε, ανάμεσα σε άλλες, τη δούκισσα του Γουίνδσορ, την Τίνα Ωνάση, τη Ρίτα Χέιγουρθ, τη Μάρλεν Ντίντριχ και τη Μαρία Κάλλας, σχεδόν εκδιώχθηκε.

Ο μόδιστρος δεν συγχώρεσε ποτέ στον νεαρό Βαλεντίνο ότι παρέτεινε αυτοβούλως τις διακοπές του στη νότια Γαλλία, χωρίς να ενημερώσει κανέναν. Ευτυχώς, όμως, ο Ιταλός βρήκε πρόσκαιρη σανίδα σωτηρίας στο νεοσύστατο και μικρής εμβέλειας τότε ατελιέ του Γκι Λαρός. Βαθιά μέσα του ήξερε πως ήταν φτιαγμένος για τα σπουδαία και τα μεγάλα, τα οποία έμελλε να τα πετύχει εντός έδρας.
Επειτα από επτά χρόνια στη Γαλλία ο Βαλεντίνο επέστρεψε στη Ρώμη, την πόλη που λειτούργησε έκτοτε γι’ αυτόν ως μούσα. Ηταν αποφασισμένος να ανοίξει τον δικό του οίκο μόδας -φυσικά με την παρότρυνση, τη συμβουλή αλλά και την οικονομική υποστήριξη του πατέρα του. Τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο αν στις 31 Ιουλίου του 1960 δεν είχε γνωριστεί τυχαία με τον 22χρονο τότε δευτεροετή φοιτητή Ιατρικής Τζιανκάρλο Τζιαμέτι.
Ο Βαλεντίνο ήταν 28 ετών, άρτι αφιχθείς από την παγκόσμια πρωτεύουσα της μόδας και αρκετά εξωστρεφής για να πιάνει κουβέντα με αγνώστους και να μοιράζεται μαζί τους ακόμα και τα επαγγελματικά όνειρά του. Με τον Τζιαμέτι γνωρίστηκαν σε ένα καφέ της Via Veneto.
Η πρώτη ερώτηση που του έκανε ήταν αν μιλούσε γαλλικά. Γρήγορα θα τα μιλούσε φαρσί. Βαλεντίνο και Τζιαμέτι συνδέθηκαν όχι μόνο επαγγελματικά, αφού το 1960 άνοιξαν την πρώτη υπερπολυτελή για τα μέτρα της εποχής μπουτίκ του οίκου στη Via Condotti της Ρώμης, αλλά και συναισθηματικά. Εγιναν ζευγάρι, έμειναν μαζί για 12 χρόνια, αλλά παρέμειναν αχώριστοι ως σήμερα. Εκείνο το καυτό πρωινό του Ιουλίου στη Ρώμη είχαν βρει ο ένας στον άλλον το alter ego του. Απλώς δεν το συνειδητοποίησαν αμέσως.
Ο Τζιαμέτι κατάλαβε ομως νωρίς πως ο Βαλεντίνο είναι ένας δημιουργός που δεν δέχεται το «όχι» ως απάντηση. Μόλις το παραπάνω έγινε σαφές, όλα άρχισαν να κυλούν ρολόι. Οχι επειδή ο Τζιαμέτι έγινε ο υποτακτικός του, αλλά διότι, όπως ο ίδιος είχε πει σε συνέντευξή του, αποφάσισε πως ήταν καλή ιδέα όλα να φτάνουν στα μάτια και τα αυτιά του σχεδιαστή όταν πια ήταν πολύ αργά για να αναθεωρηθούν.
Κομβικό ρόλο για την ανάδειξη του Βαλεντίνο σε μαέστρο οικουμενικής ακτινοβολίας είχε η Τζάκι Κένεντι. Ηταν τόσο μαγεμένη από ένα σύνολο από μαύρη οργάντζα που είδε να φορά μια κοσμική κυρία της εποχής, ώστε έψαξε να μάθει περισσότερα για τον δημιουργό του.

Μάλιστα, όταν ο Βαλεντίνο βρέθηκε τον Σεπτέμβριο του 1964 για μια επίδειξη στη Νέα Υόρκη, τον προσκάλεσε στο διαμέρισμά της στην 5η Λεωφόρο για να της δειγματίσει δημιουργίες του. Εκείνος δεν κατάφερε να γνωρίσει τη θαυμάστριά του αυτοπροσώπως, όμως έστειλε το επιτελείο, τα μοντέλα και τα ρούχα του. Η Τζάκι αγόρασε πέντε σύνολα, μέσα στα οποία μάλιστα θρήνησε τη δολοφονία του συζύγου της Τζον Κένεντι. Λάτρεψε, όμως, τόσο πολύ τον Βαλεντίνο, ώστε τον θυμήθηκε ξανά στις χαρές της.
Εκείνος ήταν που ανέλαβε να δημιουργήσει το νυφικό της για τον γάμο της με τον Αριστοτέλη Ωνάση. Την ίδια περίοδο, ο Βαλεντίνο ξεκίνησε να συμμετέχει στα σόου μόδας της Φλωρεντίας. Βεβαίως, στην πρώτη του συμμετοχή οι διοργανωτές έβαλαν την επίδειξή του στις τελευταίες και λιγότερες προνομιακές θέσεις, αφού οι υποψήφιοι αγοραστές συνήθιζαν να αποχωρούν πολύ νωρίτερα.
Τελικά, τίποτα δεν μένει για πολύ κρυφό. Τα νέα για τον πρωτοπόρο Ιταλό διαδόθηκαν γρήγορα και την επόμενη μέρα ο Τζιαμέτι δεν προλάβαινε να καταγράφει παραγγελίες.
Στις 23 Ιανουαρίου του 2008 ο Βαλεντίνο έδωσε την τελευταία «παράστασή» του στο Μουσείο Ροντέν του Παρισιού, επισφραγίζοντας την απόφαση, που είχε ανακοινώσει τον προηγούμενο χρόνο, να αποσυρθεί. Το πρώτο κατάστημα της Via Condotti είχε πια άλλα 174 «αδέλφια» σε 100 χώρες και ο σχεδιαστής είχε αυτοδικαίως λάβει τον τίτλο του καλλιτέχνη της μόδας.
Ηταν έτοιμος πια να παραδώσει τη σκυτάλη στην επόμενη γενιά, χρίζοντας επιγόνους του τη Μαρία Γκράτσια Κιούρι και τον Πιερπάολο Πιτσιόλι. Μετά τη μεταγραφή της πρώτης στον οίκο Dior, από το 2016 στον οίκο Valentino μεγαλουργεί ο δεύτερος.
Πολλοί έλεγαν πως ο Βαλεντίνο υπήρξε δύσθυμος, αυστηρός, απαιτητικός. Ο ίδιος έλεγε ότι ήταν ένας άνθρωπος με θετική στάση απέναντι στη ζωή και τη μόδα. Ο αντικατοπτρισμός του, δηλαδή ο Τζιανκάρλο Τζιαμέτι, ανέφερε στις συνεντεύξεις του πως ο Βαλεντίνο είχε στο ακέραιο μια σπάνια αρετή: ήξερε τι δεν ήθελε…
Πηγή: Πρώτο Θέμα