Σε μία από τις πιο προσωπικές της συνεντεύξεις, η Νταϊάνα Κωνσταντινίδη βρέθηκε καλεσμένη στην εκπομπή «Με Αγάπη Χριστιάνα» και άφησε για λίγο στην άκρη την πολιτική της ιδιότητα, μιλώντας για τη γυναίκα, τη μητέρα και το μικρό κορίτσι πίσω από τη δημόσια εικόνα της.
Η βουλεύτρια Αμμοχώστου και αντιπρόεδρος της Άμεσης Δημοκρατίας αναφέρθηκε στους στόχους της, στη σχέση της με τον σύζυγό της και στα παιδιά της, ενώ προχώρησε σε μια βαθιά προσωπική εξομολόγηση για τη μητέρα της, την οποία έχασε το 1993, όταν ήταν μόλις πέντε ετών, σε υπόθεση δολοφονίας.
«Ο πιο ουσιαστικός και βαθύς στόχος είναι να είμαι σε ειρήνη με τον εαυτό μου»
Μιλώντας για τα όνειρα και τους στόχους της, η Νταϊάνα Κωνσταντινίδη εξήγησε πως σήμερα αυτό που αναζητά περισσότερο δεν εξαρτάται από επαγγελματικές επιτυχίες ή εξωτερικές συνθήκες.
«Ο πιο ουσιαστικός και βαθύς στόχος είναι να είμαι σε ειρήνη με τον εαυτό μου», ανέφερε, εξηγώντας πως επιθυμεί να μπορεί να είναι καλά χωρίς να περιμένει από τις συγκυρίες ή τους ανθρώπους γύρω της να της προσφέρουν αυτή την εσωτερική ισορροπία.
«Έχω μάθει να συνυπάρχω με τους δαίμονές μου», παραδέχθηκε, αναφερόμενη σε όλα εκείνα που δεν μπορεί πλέον να αλλάξει.

Η δολοφονία της μητέρας της και το τραύμα που έμεινε
Η πιο φορτισμένη στιγμή της συνέντευξης ήρθε όταν η συζήτηση στράφηκε στην παιδική της ηλικία και στη μητέρα της, η οποία ήταν Σουηδή και έχασε τη ζωή της με βίαιο τρόπο. Η ίδια θυμάται σήμερα εικόνες, γεύσεις και μυρωδιές από εκείνα τα χρόνια. Ανάμεσά τους και τα σουηδικά kanelbullar, ενώ όπως αποκάλυψε, ακόμη και σήμερα στο σπίτι της μαγειρεύουν σουηδικά φαγητά, κρατώντας με έναν τρόπο ζωντανό αυτό το κομμάτι της καταγωγής και της μητέρας της.
Τη θυμάται ως μία ιδιαίτερα δυναμική γυναίκα και θεωρεί ότι αυτή τη δύναμη την κουβαλά και η ίδια μέχρι σήμερα. «Πάλεψε μέχρι την τελευταία στιγμή για να ζήσει. Είναι για μένα το μεγαλύτερο μάθημα», ανέφερε.
Η μητέρα της αγνοείτο για περίπου έξι μήνες και η Νταϊάνα ήταν τότε μόλις πέντε ετών. Όταν ο πατέρας της προσπάθησε να της εξηγήσει ότι η μητέρα της «πήγε στον ουρανό», εκείνη, παρά τη μικρή της ηλικία, φαίνεται πως είχε ήδη αντιληφθεί την πραγματικότητα.

«Θυμάμαι χαρακτηριστικά να του λέω “η μαμά πέθανε”. Νομίζω κάπου εκεί σταμάτησε και η παιδική μου ηλικία», εξομολογήθηκε.
«Μικρή πίστευα ότι εγώ έκανα λάθος»
Η βίαιη απώλεια άφησε πίσω της ένα τραύμα που χρειάστηκε χρόνια για να μπορέσει να επεξεργαστεί.
«Βιώνοντας τον χαμό της μαμάς μου με αυτόν τον βίαιο τρόπο, που είναι εκεί η δυσκολία, αφού άνθρωπος της αφαίρεσε τη ζωή, δέχτηκα να συγχωρέσω πρώτα τον εαυτό μου, γιατί μικρή πίστευα ότι εγώ έκανα λάθος», αποκάλυψε.
Δεν ήθελε, ωστόσο, αυτό που συνέβη να αποτελέσει το μοναδικό πράγμα που θα την όριζε ως άνθρωπο. Όπως είπε, μέσα από το προσωπικό της βίωμα άρχισε να αντιλαμβάνεται πως δεν ήθελε να ζήσει μία ζωή στραμμένη αποκλειστικά στον εαυτό της. Η ίδια αποκάλυψε επίσης ότι ο άνθρωπος που δολοφόνησε τη μητέρα της εκτίει ισόβια κάθειρξη.

Οι τρεις επισκέψεις σε παιδοψυχολόγο
Σε ηλικία οκτώ ετών επισκέφθηκε παιδοψυχολόγο, όμως η εμπειρία αυτή δεν κράτησε πολύ. Όπως εξομολογήθηκε, πήγε συνολικά τρεις φορές και στην τρίτη συνάντηση αποφάσισε ότι ήθελε να φύγει. Θυμάται τον εαυτό της να σκέφτεται πως θα φύγει και θα προσπαθήσει να «σωθεί» μόνη της.
Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι η διαχείριση του τραύματος δεν έγινε από τη μία ημέρα στην άλλη. Ήταν μια μεγάλη διαδρομή, στην οποία σημαντικό ρόλο έπαιξαν τόσο ο πατέρας της όσο και αργότερα ο σύζυγός της.
Το διάβασμα αποτέλεσε επίσης για εκείνη ένα σημαντικό προσωπικό καταφύγιο. «Δεν ανακύκλωσα τον φόβο από τον θάνατο της μητέρας μου. Δεν ήθελα να είμαι στη σκιά αυτών των πραγμάτων», ανέφερε.
«Τίποτα δεν γεμίζει αυτό το κενό της μητέρας μου»
Παρά την πορεία που έχει διανύσει, υπάρχει ένα κομμάτι που παραδέχεται πως δεν έφυγε ποτέ. «Τίποτα δεν γεμίζει αυτό το κενό της μητέρας μου», είπε, αναφερόμενη στην «αγάπη και την ανιδιοτέλεια της μάνας».
Μάλιστα, χαρακτήρισε αυτό το κενό ως μία από τις μεγαλύτερες αδυναμίες της, μαζί με τη δυσκολία της να εμπιστευτεί τους ανθρώπους και την αίσθηση ότι όσα κι αν κάνει δεν είναι ποτέ αρκετά.

«Το ελάττωμά μου είναι ότι δεν εμπιστεύομαι. Είναι σχεδόν ακατόρθωτο. Και ό,τι και να κάνω, δεν είναι ποτέ αρκετό. Πάντα πάω πίσω και ανατρέχω», παραδέχθηκε.
Ο έρωτας που ξεκίνησε σε μια δισκοθήκη
Η κουβέντα πέρασε και σε μια πολύ πιο φωτεινή σελίδα της ζωής της, τη γνωριμία με τον σύζυγό της. Ήταν τριτοετής φοιτήτρια Νομικής όταν συναντήθηκαν σε δισκοθήκη το 2008. Χόρεψαν και η έλξη, όπως περιέγραψε, ήταν αμοιβαία και έντονη από την πρώτη στιγμή.
«Θέλαμε ο ένας τον άλλον, ποθούσαμε, διεκδικούσαμε», είπε, χαρακτηρίζοντας τη σχέση τους από την αρχή σαν έναν «άτυπο γάμο». Δεκαοκτώ χρόνια αργότερα παραμένουν μαζί, με την ίδια να αναγνωρίζει ότι ο σύζυγός της υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που τη βοήθησαν περισσότερο στη μεγάλη προσωπική της διαδρομή.
Τι θέλει να μάθει στα παιδιά της
Σήμερα, έχοντας δημιουργήσει τη δική της οικογένεια, η επιθυμία της για τα παιδιά της είναι πολύ πιο απλή από οποιονδήποτε τίτλο ή επιτυχία.
«Θέλω τα παιδιά μου να είναι καλοί άνθρωποι και καλά μέσα τους», είπε.
Η συνειδητή μόδα μέσα στη Βουλή
Η Νταϊάνα Κωνσταντινίδη αναφέρθηκε και σε μία διαφορετική πτυχή της δημόσιας παρουσίας της, τις ενδυματολογικές επιλογές της στην Ολομέλεια. Όπως εξήγησε, επιλέγει συνειδητά να φορά δημιουργίες από μικρές επιχειρήσεις, θέλοντας μέσα από τη δική της παρουσία να στηρίζει την τοπική αγορά και να προωθεί έναν περισσότερο συνειδητό τρόπο κατανάλωσης.
Ακόμη και για τη συγκεκριμένη συνέντευξη επέλεξε ένα outfit με αναφορά στην Αμμόχωστο, ενώ τα κοσμήματά της προέρχονταν από παζαράκι στο οποίο συμμετείχαν άτομα με αυτισμό.