Υπάρχουν αποχαιρετισμοί που δεν χρειάζονται πολλά λόγια. Μια μελωδία αρκεί για να ξυπνήσει αναμνήσεις, να ενώσει το παρελθόν με το παρόν και να αποτυπώσει όσα δύσκολα μπορούν να ειπωθούν.
Με αυτόν τον τρόπο επέλεξε να αποχαιρετήσει τον Γιώργο Μαζωνάκη ο παπά Στρατής, ένας άνθρωπος που είχε γνωρίσει τον τραγουδιστή πριν ακόμη γίνει το μεγάλο όνομα που θα σημάδευε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι.
Πριν χειροτονηθεί ιερέας, ο παπά Στρατής ήταν βιολιστής και είχε συνεργαστεί με τον Γιώργο Μαζωνάκη στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής του πορείας, συνοδεύοντάς τον στις εμφανίσεις του.
Χρόνια αργότερα, σε μια στιγμή βαθιάς συγκίνησης, πήρε και πάλι το βιολί στα χέρια του. Αυτή τη φορά όχι για μια εμφάνιση, αλλά για να αποχαιρετήσει έναν παλιό συνεργάτη και φίλο.
Η επιλογή του τραγουδιού δεν θα μπορούσε να είναι πιο συμβολική.
Ο παπά Στρατής έπαιξε το «Μου λείπεις», μετατρέποντας τη μελωδία σε έναν προσωπικό φόρο τιμής στον Γιώργο Μαζωνάκη.
Το βιολί, το ίδιο μουσικό όργανο που κάποτε συνόδευε τον νεαρό τότε τραγουδιστή στα πρώτα του βήματα, επέστρεψε για μια τελευταία φορά στη ζωή του, αυτή τη φορά ως μέσο αποχαιρετισμού.
Μέσα σε λίγες νότες συμπυκνώθηκε μια ολόκληρη διαδρομή: οι πρώτες εμφανίσεις, τα χρόνια της συνεργασίας, η φιλία που παρέμεινε στον χρόνο και, τελικά, η απώλεια.
Η ιστορία του παπά Στρατή με τον Γιώργο Μαζωνάκη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς οι δρόμοι τους συναντήθηκαν σε μια διαφορετική εποχή της ζωής και των δύο.
Ο ένας βρισκόταν στην αρχή μιας καλλιτεχνικής διαδρομής που θα τον οδηγούσε στις μεγαλύτερες πίστες της χώρας. Ο άλλος δεν είχε ακόμη ακολουθήσει τον δρόμο της ιεροσύνης και ήταν ενεργός μουσικός, παίζοντας βιολί.
Με τα χρόνια, οι ζωές τους πήραν διαφορετικές κατευθύνσεις. Η σχέση, όμως, που είχε δημιουργηθεί εκείνα τα πρώτα χρόνια παρέμεινε ως μια προσωπική σύνδεση με το παρελθόν.
Και έτσι, όταν ήρθε η στιγμή του αποχαιρετισμού, ο παπά Στρατής επέστρεψε συμβολικά σε εκείνη την πρώτη εποχή.
Πήρε το βιολί του και έπαιξε για τον Γιώργο Μαζωνάκη.
Ένα τραγούδι. Μια μελωδία. Και ένα «Μου λείπεις» που, αυτή τη φορά, δεν ήταν απλώς στίχος, αλλά ένας τελευταίος αποχαιρετισμός.