Η ζωή του Αττίκ, υπήρξε γεμάτη μουσική, έρωτες, πάθη, απογοητεύσεις, χειροκροτήματα και βαθιά προσωπική ευαισθησία, στοιχεία που δεν έμειναν έξω από την τέχνη του, αλλά πέρασαν μέσα σε αυτήν και έγιναν τραγούδια που άντεξαν στον χρόνο.

Γεννημένος το 1885 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μέσα στην ακμάζουσα ελληνική παροικία, ο Κλέων Τριανταφύλλου έδειξε από νωρίς την αγάπη του για τη μουσική και τη μελωδία. Οι γονείς του το αντιλαμβάνονται και τον ενθαρρύνουν. 

Αττίκ (1885 – 1944)

Έτσι η πορεία του τον οδήγησε στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στο Παρίσι, όπου γνώρισε από κοντά το μουσικό θέατρο, το βαριετέ και την ατμόσφαιρα της ευρωπαϊκής καλλιτεχνικής ζωής. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, δεν έφερε μαζί του μόνο τις μουσικές επιρροές που είχε δεχθεί αλλά έφερε έναν διαφορετικό τρόπο να αντιλαμβάνεται το θέαμα και τη σχέση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό.

Ο Αττίκ δεν ήθελε απλώς να τραγουδά αλλά να αφηγείται. Να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα στην οποία το τραγούδι θα μπορούσε να γίνει εξομολόγηση, χιούμορ, σάτιρα, θέατρο και προσωπική ιστορία.

Αυτή η διαφορετική αντίληψη για την τότε εποχή, βρήκε την πιο χαρακτηριστική της έκφραση στη «Μάντρα του Αττίκ», που δημιούργησε το 1930 και η οποία σύντομα έγινε ένας από τους πιο ξεχωριστούς χώρους της αθηναϊκής καλλιτεχνικής ζωής. Εκεί, καθισμένος στο πιάνο, ο Αττίκ δεν ήταν απλώς ο συνθέτης και ερμηνευτής αλλά ο οικοδεσπότης, ο αφηγητής, ο σατιρικός, ο άνθρωπος που μπορούσε μέσα σε λίγα λεπτά να κάνει ένα ολόκληρο ακροατήριο να γελάσει ή να συγκινηθεί.

Κάθε φορά το συναίσθημα ήταν διαφορετικό, ποτέ το ίδιο.

Στη «Μάντρα» το κοινό δεν ήταν απλός θεατής. Συμμετείχε. Ζητούσε τραγούδια, σχολίαζε, αντιδρούσε, αναγνώριζε στις ιστορίες του Αττίκ τις δικές του ιστορίες. Και αυτό ακριβώς ήταν το μεγάλο του χάρισμα, μπορούσε να παίρνει κάτι βαθιά προσωπικό και να το μετατρέπει σε κάτι που αφορούσε τους πάντες.

Ο έρωτας υπήρξε ίσως η μεγαλύτερη πηγή έμπνευσής του, αλλά ταυτόχρονα και η μεγαλύτερη πληγή του. Οι σχέσεις του υπήρξαν έντονες και συχνά δραματικές, ενώ η προσωπική του ζωή πέρασε πολλές φορές αυτούσια μέσα στα τραγούδια του. Μία από τις γυναίκες που σημάδεψαν τη ζωή του ήταν η ηθοποιός Μαρίκα Φιλιππίδου, η δεύτερη σύζυγός του. Ο γάμος τους τελείωσε, όμως ο Αττίκ δεν κατάφερε εύκολα να αποδεσμευτεί συναισθηματικά από εκείνη.

Η Μαρίκα προχώρησε στη ζωή της και αργότερα παντρεύτηκε τον Σταμάτη Μερκούρη και αυτό ήταν ίσως αυτό που τον πλήγωσε περισσότερο.

Και τότε συνέβη ένα περιστατικό που έμελλε να περάσει στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού και να συνδεθεί για πάντα με ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του Αττίκ.

Ένα βράδυ στη «Μάντρα», η Μαρίκα Φιλιππίδου εμφανίστηκε στο κοινό μαζί με τον σύζυγό της, Σταμάτη Μερκούρη. Ο Αττίκ βρισκόταν στη σκηνή και φυσικά η παρουσία της πρώην γυναίκας του δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη. Το κοινό γνώριζε την ιστορία τους και γνώριζε επίσης τα τραγούδια που είχαν γεννηθεί μέσα από εκείνον τον έρωτα. Κάποια στιγμή οι θεατές άρχισαν να του ζητούν να τραγουδήσει το «Είδα μάτια», ένα τραγούδι που είχε συνδεθεί με τη Μαρίκα.

Η σκηνή ήταν από μόνη της συγκλονιστική. Η γυναίκα που είχε αγαπήσει καθόταν απέναντί του, δίπλα στον άνδρα που είχε γίνει ο νέος της σύζυγος, ενώ ο ίδιος βρισκόταν στο πιάνο και είχε απέναντί του ένα κοινό που περίμενε να δει πώς θα αντιδράσει. Ο Αττίκ, αντί να τραγουδήσει το τραγούδι που του ζητούσαν, αποσύρθηκε για λίγο στο καμαρίνι του και επέστρεψε με ένα καινούργιο τραγούδι. Ήταν το «Ζητάτε να σας πω».

Η ιστορία έχει περάσει μέσα από τις μαρτυρίες και τη λαϊκή παράδοση γύρω από τη «Μάντρα» και έχει αποκτήσει με τα χρόνια διαστάσεις θρύλου. Μάλιστα, η γνωστή αφήγηση θέλει το τραγούδι να γράφτηκε μέσα σε ελάχιστα λεπτά, μπροστά στην ανάγκη του καλλιτέχνη να απαντήσει στην ιδιαίτερα φορτισμένη στιγμή.

Η συγκεκριμένη λεπτομέρεια δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα τεκμηριωμένη και έχει αμφισβητηθεί από μεταγενέστερες έρευνες. Αυτό όμως δεν αλλάζει την ουσία της ιστορίας: το «Ζητάτε να σας πω» συνδέθηκε βαθιά με τον προσωπικό πόνο του Αττίκ και με εκείνη τη δραματική συνάντηση με την πρώην σύζυγό του.

Και ίσως εδώ βρίσκεται όλη η δύναμη του Αττίκ. Δεν τραγουδούσε για έναν φανταστικό έρωτα. Τραγουδούσε για ανθρώπους που είχε γνωρίσει, για συναισθήματα που είχε ζήσει, για απώλειες που τον είχαν πληγώσει. Ο δικός του πόνος γινόταν δημόσιο τραγούδι και το κοινό, αντί να απομακρύνεται από αυτή την προσωπική εξομολόγηση, έβλεπε μέσα της τον δικό του εαυτό.

«Ζητάτε να σας πω», «Είδα μάτια», «Παπαρούνα», «Μαραμένα τα γιούλια», «Της μιας δραχμής τα γιασεμιά», «Άδικα πήγαν τα νιάτα μου» είναι μερικά μόνο από τα τραγούδια που σφράγισαν την εποχή τους και διατήρησαν τον Αττίκ ζωντανό στη συλλογική μνήμη.

Οι μελωδίες του μιλούσαν για τον έρωτα, τη νοσταλγία, τη μοναξιά και την απώλεια, όμως πίσω από αυτές υπήρχε πάντοτε ένας άνθρωπος που δεν φοβόταν να εκθέσει την ευαισθησία του.

Ο Αττίκ υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν την ίδια την έννοια της ψυχαγωγίας στην Αθήνα του Μεσοπολέμου. Η «Μάντρα» του έγινε χώρος συνάντησης καλλιτεχνών, τραγουδιστών και θεατών και ανέδειξε σημαντικές φωνές, ανάμεσά τους και τη Δανάη Στρατηγοπούλου, που έμεινε γνωστή ως «το αηδόνι του Αττίκ». Η παρουσία του στη σκηνή ήταν τόσο χαρακτηριστική ώστε ο Αττίκ έγινε σχεδόν συνώνυμο μιας ολόκληρης εποχής.

Λίγο πριν από το τέλος της ζωής του, ο Αττίκ πέρασε και στον κινηματογράφο, πρωταγωνιστώντας στην ταινία «Χειροκροτήματα» του Γιώργου Τζαβέλλα, που κυκλοφόρησε το 1944. Η Ελλάδα εκείνη την εποχή βρισκόταν ακόμη υπό Κατοχή και η κοινωνία ζούσε μέσα στη φτώχεια, την αγωνία και την αβεβαιότητα. Ο ίδιος ο Αττίκ είχε επηρεαστεί βαθιά από την κατάσταση και βρισκόταν ήδη σε ιδιαίτερα δύσκολη ψυχολογική κατάσταση.

Στις 29 Αυγούστου 1944, ο Κλέων Τριανταφύλλου έβαλε τέλος στη ζωή του. Ήταν 59 ετών. Έφυγε λίγες εβδομάδες πριν από την Απελευθέρωση της Αθήνας, αφήνοντας πίσω του μια ζωή γεμάτη μουσική και μια καλλιτεχνική παρακαταθήκη που αποδείχθηκε πολύ πιο ανθεκτική από την εποχή στην οποία δημιουργήθηκε.

Τα τραγούδια του συνέχισαν να τραγουδιούνται, να ηχογραφούνται ξανά και να περνούν από γενιά σε γενιά ακόμη και μετά τον θάνατό του. Νεότεροι ερμηνευτές έδωσαν στις μελωδίες του νέα ζωή και το «Ζητάτε να σας πω» παρέμεινε ένα από τα τραγούδια που συνδέθηκαν περισσότερο με την ιστορία του ελληνικού ελαφρού τραγουδιού.

Ίσως γιατί ο Αττίκ κατάφερε κάτι που ελάχιστοι δημιουργοί πετυχαίνουν. Δεν έγραψε απλώς τραγούδια που άρεσαν στην εποχή του. Έγραψε τραγούδια για συναισθήματα που δεν έχουν εποχή και τραγουδιούνται πάντα. Για έναν άνθρωπο που βλέπει έναν παλιό έρωτα και θυμάται. Για κάποιον που χάνει και προσπαθεί να κρύψει τον πόνο του. Για εκείνον που αγαπά περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε και πληρώνει το τίμημα.

Η ιστορία εκείνης της βραδιάς στη «Μάντρα», με τη Μαρίκα Φιλιππίδου να κάθεται απέναντι από τον πρώην σύζυγό της μαζί με τον νέο της άνδρα και τον Αττίκ να μετατρέπει μια δύσκολη προσωπική στιγμή σε τραγούδι, μοιάζει σήμερα σχεδόν σαν σκηνή κινηματογραφικής ταινίας. Κι όμως, είναι ακριβώς αυτές οι ιστορίες που εξηγούν γιατί ο Αττίκ εξακολουθεί να συναρπάζει.

Αγαπούσε και τραγουδούσε. Πονούσε και έγραφε. Έχανε και δημιουργούσε. Και όταν όλα όσα είχε ζήσει έφτασαν κάποτε στο τέλος τους, έμειναν πίσω οι μελωδίες του.

Κάθε φορά που θα ακούγεται το «Ζητάτε να σας πω», είναι σαν να ανοίγει ξανά η πόρτα εκείνης της παλιάς «Μάντρας» και να επιστρέφει για λίγο ένας άνθρωπος που κατάφερε να κάνει τον προσωπικό του πόνο κοινό συναίσθημα.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ , ,

Ακολουθήστε το HELLO σε και !
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΝΕΑ